ΚΑΡΠΑΘΟΣ  ΚΑΙ  ΜΟΥΣΙΚΗ


(C) 1982, αναδημοσίευση από τό περιοδικό: "Nεανικός Παλμός" τού Τμήματος Νεολαίας τού "Συλλόγου Απανταχού Μενετιατών Καρπάθου" (τότε υπό τήν επωνυμία:  "Σύλλογος Νέων Mενεδιατών")

Μελετητής :     ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΒΑΣ. ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ,  Οικονομολόγος

(λόγω τού μεγάλου όγκου, οι υπόλοιπες σελίδες προσεχώς)

(λόγω τού μεγάλου όγκου, οι υπόλοιπες σελίδες προσεχώς)

ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ ΡΙΜΑΣ ΚΑΙ ΖΩΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΛΥΜΠΟ ...  ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΜΙΑΣ ΙΔΙΑΙΤΕΡΗΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑΣ ...


Ζητώ την κατανόησή σας αν όσα θα πω
φανούν κάπως αλλιώς ξανακοιταγμένα
μέσα σ’ ένα τοπίο μνήμης βαθιών βιωμάτων
που έχουμε πάρει από γεννησιμιού μας σε τούτο το νησί.
Ελπίζω στο τέλος ν’ αγγίξουν όλους όσοι κρατούμε ακόμη
ανοιχτούς λογαριασμούς με την καρπάθικη παράδοση.
Θα’θελα εδώ να βοηθήσω και τον εαυτό μου
και πολλούς φίλους ακροατές στο ν’ απολαύσουμε
με ανεβασμένη διάθεση καρδιάς κάποια ποιητικά εκθέματα
ενός χωριού πολυσυζητημένου και «αποφανεμένου», όπως λέμε καρπάθικα,
από το οποίο τυχαίνει να κατάγομαι κατά το ήμισι
και στο οποίο, αναντίρρητα, χρωστά ένα σημαντικό κομμάτι
της δύναμής του το πολιτισμικό προφίλ ολόκληρου του νησιού.

Αναρωτήθηκα λοιπόν κατ’ αρχήν μήπως θα’ πρεπε, στο σχεδιασμό της αποψινής ομιλίας, να διαχωρίσω το χτες από το σήμερα, σεβόμενος τις όποιες μοιραίες αλλαγές επιφέρει στο διάβα του ο χρόνος.
Πολύ γρήγορα έβαλα στην άκρη αυτή τη σκέψη. Είχα προς στιγμή λησμονήσει ότι ο κόσμος της Ολύμπου, κατά βάθος και επίσημα τουλάχιστον, δεν διανοείται καν να δει τον εαυτό του αποκομμένο από το χτες μπροστά σ’ ένα δυναμικό και αδυσώπητο σήμερα ή αύριο. Σ’ αυτό τον ανθρωποχώρο, ο χρόνος κυλά σχεδόν ενιαίος, πιότερο κυκλικός και λιγότερο ευθύγραμμος: κάτι που, πάντως, δεν εμποδίζει το σήμερα και το αύριό του να βιώνονται και να λειτουργούν ενοποιητικά, όσο βαρύ κι αν είναι το χτες της μνήμης του.
Συνεκτικό ιστό αυτής της ενιαίας αίσθησης του χρόνου, βρίσκω την ποιητική-τραγουδιστική δράση, όπως εκπέμπεται κυρίως στα γλέντια αλλά και σε πιο μοναχικές πρακτικές.
Παρακάτω επιλέγω και σχολιάζω δίστιχα που ειπώθηκαν από γνωστούς ή άγνωστους πια σήμερα ανθρώπους. Μαντινάδες που έμειναν λίγο-πολύ χαραγμένες στη μνήμη της ομάδας. Τούτο σημαίνει ότι μπορεί ν’ αποτελούν και ευδιάκριτα αποτυπώματα της ταυτότητας αυτής της ομάδας. Ακόμη δηλαδή και αν είναι γνωστός ο δημιουργός της, το γεγονός ότι το α ή β στιχούργημα ξεχώρισε και μεταδίδεται κατά καιρούς από στόμα σε στόμα, αποτελεί σαφή ένδειξη, αν όχι απόδειξη, ότι μέσα του αναγνωρίζεται ένα κομμάτι οργανικό από τη φυσιογνωμία του χωριού. Συγχρόνως, το στιχούργημα αυτό μπορεί και να εμπλουτίζει, σαν μια μικρή έστω ψηφίδα, τη συνολική εικόνα της Ολύμπου και του νησιού, στο βαθμό που μιλούμε για ζωντανή λίγο-πολύ δημιουργικότητα.
Οφείλω πριν απ’ όλα να ευχαριστήσω θερμά τους ανθρώπους που μου γνωστοποίησαν και εμπιστεύτηκαν τα δίστιχα, από το σύνολο των οποίων έκαμα τις αναγκαίες επιλογές – δε γινόταν κι αλλιώς. (Εξάλλου, «Ουκ εν τω πολλώ το ευ», παρ’ όλο που, από «ευ», διαθέτει πολλά το χωριό, τα οποία με τίποτε δεν μπορούν να χωρέσουν στα χρονικά πλαίσια μιας ομιλίας). Αναφέρω λοιπόν αλφαβητικά τους πληροφορητές μου: Βασίλης Βασίλας, με την αδερφή του τη Χρουσάφα. – παπα-Γιάννης Διακογεωργίου – Σοφία Κανάκη – Μανόλης Μακρής – Γιάννης Μηνατσής του Μηνά – Νίκος Παυλίδης του Κοσμά – Φώτης Παυλόπουλος – Γιώργος Τσαμπανάκης του Νικολάου.
Κυρίες και κύριοι,
Από παλιά μου έκανε εντύπωση – όχι πλέον σήμερα- το πώς η λογιοσύνη του χωριού έμαθε να συνυπάρχει αρμονικά με τον απλό άνθρωπο της καθημερινής βιοπάλης. Η φύση του τελευταίου ενσταλάζει ανεπαίσθητα στον μελλοντικό λόγιο τη δύναμή της – και αντιστρόφως. Το ρεύμα είναι αμφίδρομο.

Δασκάλοι και γραμματικοί μ’ ε(β)άλαν εις τημ μέση,
αμμέ φορώ ρασόβρακα και (δ)εμ μου πρέπει θέση.

Η σκηνή τούτη, με τον παλιό βρακοφόρο Ανδρέα Χηράκη να τραγουδά ανάμεσα σε δυο λογίους του τόπου, δεν δηλώνει μόνο τη μετριοφροσύνη ενός αγράμματου υποτίθεται μερακλή του γλεντιού απέναντι στην εγγράμματη μόρφωση, αλλά φανερώνει και την τιμή με την οποία προβάλλεται, από τους φορείς αυτής της παιδείας, η ποιητική παράδοση της Ολύμπου. Μια τιμή διόλου προσποιητή ή συγκαταβατική, αλλά ουσιαστική. Θα’ λεγα μάλιστα ότι «τιμή» δεν είναι εδώ ο σωστός όρος. Προτιμώ τη «στοργή», πιο βιωματική και ένθερμη έννοια. Οι δύο λόγιοι, αριστερά και δεξιά του, δεν περιβάλλουν απλώς «εθιμοτυπικά» τον άξιο ποιητάρη / γλεντιστή, αλλά είναι και οι ίδιοι εμβαπτισμένοι σ’ αυτή την όμορφη περιπέτεια των τραγουδισμένων λέξεων. Απόδειξη ότι, οι περισσότεροι, χτεσινοί και σημερινοί, κυρίως δάσκαλοι, γεννήματα-θρέμματα του χωριού, υπήρξαν ή είναι και άξιοι χειριστές της ρίμας στα κοινωνικά του δρώμενα.
Βέβαια, δεν παύει να υπάρχει και στο παραπάνω όπως και στο ακόλουθο στιχούργημα, η συνείδηση της διαφοράς, από την πλευρά του συμφιλιωμένου με τον εαυτό του μαντιναδόρου… Ακούμε τον Γιώργο Κανάκη:

Απέχουσι τα γράμματα ‘που τη τσουπαννοσύνη,
σάτ τη μπονάτσα τηκ καλή απού τηκ κακοσύνη.

Και η άμεση απάντηση του Γιάννη Μηνατσή, του δικηγόρου:

Απέχουσιτ τα λόγια σου ‘που τω γραμματισμένω,
ωσάτ τον νόμο τοσ σωστό ‘που τοκ κακογραμμένο.

Για τον Γιώργο Κανάκη, έτσι κι αλλιώς, απέραντο σκηνικό από το ύψος του βουνού/χωριού, είναι η θάλασσα, που σε ταξιδεύει πραγματικά ή συμβολικά στο άγνωστο της ύπαρξης, για να σε οδηγήσει ενδεχομένως στη «γαλήνη» της γνώσης – αν υπάρχει τέτοια γαλήνη. Η «τσοπανοσύνη», ως επιλογή ζωής του τραγουδιστή, μορφοποιείται σαν μια κατάσταση ψυχής που θυμίζει ανειρήνευτη πάλη με τη φουσκοθαλασσιά, σ’ έναν τόπο αντίκρυ στα δύστροπα ξεσπάσματα της φύσης, που έρμαιό της ακραίο είναι η μοίρα του τσοπάνη.
Από τη μεριά του, ο νομικός αλλά και ποιητής Μηνατσής, αντιστρέφοντας τα παραπάνω δεδομένα, αναγνωρίζει έμμεσα αυτό που εικάζουμε, τουλάχιστον από την εποχή του Ροβινσώνα ή του Rousseau, για την υποτίθεται έμφυτη καλοσύνη του αρχέγονου ανθρώπου και το, πάλι υποτίθεται, άσφαλτο, ηθικό, γλωσσικό ή άλλο αισθητήριό του, απέναντι σ’ έναν απατηλά πολλές φορές ραφιναρισμένο πολιτισμό.
Πάντως, η νοσταλγία του παλιού ποιμενικού βίου ενεργοποιείται συχνά-πυκνά σε στιγμές γλεντικής έξαρσης και οίστρου.

Εις του Χοχλία το φραμό δεν άφτει πια φωτία,
γιατί εξενιτεύτησαν όλα τα βοσκαρία,

λέει ο Μιχάλης ο Βασίλας. Την έλλειψη της φωτιάς ας τη δούμε εδώ και μεταφορικά, με τη σκέψη ότι η ύπαρξή της ανταποκρίνεται φαντασιακά και σε μια έντονη ψυχική θερμοκρασία.
Ο γιος του Μιχάλη, ο Βασίλης, νοσταλγεί…

Να ξαναπάω στομ Μαλλό, ας ήτανε γραφτόμ μου,
να (β)όσκει και να τραουεί να (δ)ω τον εαυτόμ μου.

Όνειρο επιστροφής σε κάποιο χαμένο παράδεισο. Ας πούμε ότι αχνοφαίνεται κι εδώ μια μακρινή λεπτή γεύση από την ποίηση του Θεοκρίτου, με το σκηνικό της φύσης τυλιγμένο στο τραγούδι ενός σώματος που ξαναβρίσκει την ελευθερία του μέσα της. Ο ίδιος ο Βασίλης Βασίλας θα πει ακόμη…

Και τα μαντροκαϊσματα και τα ρημομετόχια
αυτοί που τα κοιτάντζασι (δ)εν εγνωρίσα φτώχεια.

Το αντίθετο της φτώχειας, με όρους ποιητικής λογικής, πιστεύω ότι μπορεί εδώ να καλύπτει και τον πλούτο της ψυχής: Ένας τραγουδιστής / ποιητής είναι εξ ορισμού ανοιχτός και σ’ αυτό τον πλούτο – ή μάλλον κυρίως σ’ αυτόν.
Τον «μέσα» πλούτο που εδώ χαρίζει η υπαίθρια ζωή διαβάζω και στη μαντινάδα του παπα-Γιάννη Διακογεωργίου:

Όλυμπος με τοκ Κυμαρά και με τηκ Κυμαρέα,
ένας ζευγάς σε χαίρεται κι ενός βοσκού σφυρέα. (σφύριγμα)

Εκτός από την πρακτική ανάγκη σφυρίγματος στα αιγοπρόβατα, δικαιούμαστε νομίζω να διαβλέπουμε σ’ αυτό το «σφύριγμα» και μια έκφραση ελευθερίας μέσα στη σιωπηρή απεραντοσύνη της πλάσης – ή στο μυστήριό της. Το σφύριγμα πιθανόν να είναι και μια μορφή επιφωνήματος, που ίσως γίνει τραγούδι.
Μια αιθέρια ποιητικότητα αποπνέουν και τα παρακάτω δίστιχα της άγνωστης βοσκοπούλας:

Μπονεντινό μου ανέφαλο που πάεις σία-σία,
και δροσερεύγεις τα (β)ουνά κι αθθούκ και τα κλαϊα!
- Μπονέντη του Παχύ (Β)ουνού, σκέπασε τησ Σαρία,
σκέπασε και τη Πλακωτή, μαζί με τηκ καλύ(β)α.

Το «ανέφαλο», εκτός από καλοδεχούμενο σημάδι βροχής, είναι και μια ενδεχόμενη απειλή καταστροφής, που η βοσκοπούλα θέλει να την εκτρέψει προληπτικά σε ευεργέτημα, σε φιλική, κτητική σχέση προστασίας. Η κόρη επικαλείται ικετευτικά αυτή τη σχέση ως επιθυμητό στέγαστρο και του άπλετου ζωτικού γι’ αυτήν χώρου της υπαίθρου – και της καλύβας, που είναι το φτωχικό της κατάλυμα. Θα συμφωνήσετε πιστεύω πως πρόκειται για ένα όμορφο ποιητικό σχήμα: Από τη μια η αντάρα του σκληρού, καταιγιδοφόρου προσώπου της φύσης – κι από την άλλη, το αδύναμο άτομο που δεν έχει άλλο χώρο καταφυγής και σωτηρίας από την ευτελή φτωχοκαλύβα – ούτε άλλον τρόπο εξορκισμού της απειλής από τον τραγουδισμένο εξευμενισμό της αγριοσύνης. Οι λέξεις, πότε-πότε, με τη λιτότητά τους, μας αποκαλύπτουν υπαινικτικά και ανυποψίαστα, την ένταση της ζωής, μέσα στη γυμνή της δραματικότητα: Το μοναχικά τρυφερό πλάσμα, απέναντι σε επίφοβες φυσικές δυνάμεις και εις πείσμα τους, που οι λέξεις θέλουν να τις μεταλλάξουν, από απαίσιο μιας καταστροφής σε αίσιο οιωνό χαράς, σ’ ένα ελάχιστο μερδικό ευεξίας.

Ως προς τη μοίρα της Ολυμπίτισσας της κλεισμένης στο σπίτι, με τα σπάνια θρύψαλα ευτυχίας και τα αναρίθμητα όνειρα τα στριμωγμένα μέσα στη φτώχεια και την ολιγάρκεια του τόπου, πολλά θα είχε κανείς να φανταστεί. Και να σκεφτείτε ότι εκεί, ο δημόσιος γλεντικός λόγος της γυναίκας είναι θεσμικά ανύπαρκτος, σχεδόν απαγορευμένος. Οπότε αναλογιζόμαστε πόση ένταση ψυχική και καταπιεσμένη μπορεί συχνά να κρύβει ο ιδιωτεύων λόγος της σε περιπτώσεις, ας πούμε, έμμετρης επιστολής προς κάποιο οικείο της πρόσωπο, αν μάλιστα τύχει να ρέει από μιαν αμάλαγη ποιητική φλέβα.
Ακούστε πώς εκφράζεται η δεκαοχτάχρονη κάποτε αδερφή του Κωσταντή του Κωσταντάρου, σε μια επιστολή που του έστειλε, όταν αυτός βρισκόταν προπολεμικά ξενιτεμένος στην Περσία:

Έλα, τ’ αέρφι, Κωσταντή, φέρε μας και φουσκία,
γιατί μας έχ’ η μάνα μας με τις κλωστές τ’ αφτία.
(«Φουσκία» είναι τα σκουλαρίκια).

Λιτότητα, αμεσότητα και υπαινικτικότητα του λόγου, που θέλει να ικανοποιήσει μια στοιχειώδη ανάγκη καλλωπισμού, στενά δεμένη με την κρυφή λαχτάρα να έχει κοντά της τον προστάτη αδερφό, λεβέντη του χωριού και ξεχωριστό τραγουδιστή. Τα «φουσκία», ως ελάχιστο ψιμύθιο, συνοδεύουν απαρέγκλιτα την ανάγκη να είναι δίπλα της το παλικάρι. Θα’ λεγα πως αποτελούν το συμβολικό και ορατό πιστοποίημα της άνοιξης που ο αδερφός θα φέρει μαζί του: Αυτό που θα προσθέσει κάτι έστω εφήμερο στην ομορφιά του προσώπου της, όταν έρθει η ώρα ο νέος να συνοδέψει τις αδερφές του στο πανηγύρι, στο χορό. Η έννοια της ομορφιάς του γυναικείου σώματος είν’ εδώ συνυφασμένη με τη χαρά από τον ερχομό του αγαπημένου νέου ανθρώπου. Χαρά και ομορφιά πάνε μαζί.
Σ’ ένα άλλο αξιοπρόσεκτο δίστιχο της ίδιας κόρης, η κορυφαία αίσθηση της ακοής, που πάει ν’ αναπληρώσει το άδειο της όρασης, επιχειρεί μια διστακτική υπέρβαση των δεδομένων, αγγίζοντας την ονειροπόληση…

Άκου τομ μίστρο πώς χτυπά, τη σκαλουσιά πώς τρίντζει.
Λέεις και νά’ ν’ ο Κωσταντής, που τραουεί και χτίντζει;

Στη θέση του απόντος αδερφού έρχεται η ζωντανή μνήμη της φωνής του, που τραγουδά. Το τραγούδι εδώ εμφανίζεται σαν ψυχανεμιζόμενο σήμα της επανόδου του. Σ’ εποχές όπου δεν υπάρχει ακόμη τηλέφωνο, ο άνεμος του πελάγου είναι και φαντασιακός κομιστής της προσδοκώμενης είδησης, που την αποζητάς με το τραγούδι, το κατ’ εξοχήν αλαφροπάτητο όχημα του λόγου. Ο εκφραστής αυτής της προσδοκίας είναι ένα δεύτερο, χαμηλόφωνο τραγούδι, αυτό της κόρης, που αντλεί τη δύναμή του από εκείνο του αδερφού. Το ένα είναι σκιά και παρακολούθημα του άλλου.
Δίστιχα λοιπόν ελάσσονος τόνου, θα λέγαμε, σαν το παραπάνω, έχεις την αίσθηση πως αγγίζουν πια τη βεβαιότητα ότι ο λόγος της καθημερινότητας κι εκείνος της ποίησης διαπλέκονται τόσο σφιχτά μεταξύ τους, που τελικά μπορούμε να
τ’ αφουγκραζόμαστε ως την ψιθυριστή λαλιά του σώματος που, εντελώς ανεπιτήδευτα, με τα φτωχά του γλωσσικά μέσα, παράγει κάτι μοναχικό, συρρικνωμένο στη μετριοπάθεια της ολυμπίτικης γυναικείας μοίρας. Η κόρη μιλά με τον εαυτό της σε δεύτερο πρόσωπο, θέλοντας να τον πείσει ότι το «μυστρί» που ακούει στη γειτονιά να χτίζει, έρχεται από πολύ μακριά, συνοδεύοντας έναν αγαπημένο του αδερφού σκοπό. Το τραγούδι χαράς του αδερφού, μ’ άλλα λόγια ο χαρμόσυνος ερχομός του, θα ενωθεί σιωπηρά με το άλλο, εκείνο της δικής της ανάτασης.
Επιμένει λοιπόν ο κόσμος της Ολύμπου στη λέξη τραγούδι: που, μαζί με την έκχύμωση του σώματος ολόκληρου, π.χ. με το χορό, το έχει ανεβάσει στην κορυφή ιεράρχησης των συμβόλων του, ως μεστή λαϊκή γλώσσα, πάνω εν τέλει και από τα όποια υλικά αγαθά…
Επιτρέψτε μου επ’ αυτού ν΄ αναφέρω τη μαντινάδα που είπε κάποτε ο δάσκαλος Νικόλαος Βασιλαράκης, απαντώντας σε κάποιον ο οποίος αυτοπαινευόταν για τη μεγάλη του κτηματική περιουσία…

Έλα να πάμε στο Πλατύ, να (δ)ουν εσέ κι εμένα,
κι ά(φ)ης τα τα χωράφια σου στοκ κάμπο ξαπλωμένα.

Το γάντι πάντως εδώ ρίχνεται για ένα στοίχημα από τα πριν κερδισμένο, αφού, κατά το πνεύμα του τραγουδιστή που διερμηνεύει σίγουρα και την άγραφη κλίμακα των αξιών του χωριού, τα χωράφια πρέπει τελικά να κείτονται αδρανή, άψυχα, απέναντι στην αληθινή αρχοντιά, ως απόλυτη προβολή ζωής του σώματος, όπως αυτό εκφράζεται κυρίως στο γλέντι, στο χορό, στη μερακλοσύνη, όλα στοιχεία μιας σφαιρικής για την Όλυμπο μόρφωσης. Παρούσα κι εδώ η πάντα υποβόσκουσα διαπάλη μεταξύ του Είναι και του Έχειν, με τη συμβολική επικράτηση του Είναι.
Γνωρίζουμε πόσο το καρπάθικο και ειδικά το ολυμπίτικο γλέντι, αποτελεί ένα βαθυσήμαντο θεσμό κοινωνικής οργάνωσης και έκφρασης, που αναδεικνύει και ρυθμίζει τις εύλογες ανάγκες της κοινότητας, στα πλαίσια βέβαια ενός αυστηρά λίγο-πολύ τηρουμένου πρωτοκόλλου.
Προσέξτε από την παραπάνω μαντινάδα τη φράση «…να (δ)ουν εσέ κι εμένα»: Η αναγνώριση της προσωπικής αξίας, πέρα από τα όποια υποκειμενικά και αστάθμητα κριτήρια αυτοεκτίμησης, υπόκειται στην τελική ετυμηγορία του κοινού παρονομαστή: της ομάδας, που έχει ως χώρο μορφοποίησής της, ως Αγορά (με την αρχαία σημασία), το Πλατύ.
Σκέφτομαι μάλιστα ότι το Πλατύ, ο κεντρικός κατά παράδοση τόπος τέλεσης των ολυμπίτικων δρωμένων, που στην πραγματικότητα κάθε άλλο παρά πλατύς είναι, ίσως δεν ονομάστηκε έτσι τυχαία – λέω, ίσως. Με όρους ποιητικής νοημοσύνης, σαν αυτήν που διαθέτει απλόχερα το χωριό τούτο, τολμώ να ισχυριστώ ότι η γλωσσική του οικονομία, αντίστοιχη της γεωγραφικής, προνόησε, πάνω σ’ αυτή τη λέξη «Πλατύ», να χωρέσει συμβολικά το πλάτος των όσων κλείνουν μέσα τους τα κάθε λογής εκεί τελούμενα ως πεμπτουσία της ψυχής των Ολυμπιτών. Κάπου δηλ. φαντάζομαι πως ό,τι θα ονομάζαμε ολυμπιτοσύνη (κατά το «ρωμιοσύνη») ασφυκτιά μέσα στη στενότητα του χώρου και γυρεύει με τη λέξη τούτη (και με άλλες) ν’ αφήσει πίσω της ή να μεγεθύνει προς τον ανοιχτό ορίζοντα την επώδυνη συχνά και σκληρή πραγματικότητα, μεταμορφώνοντάς την. Αυτό άλλωστε μήπως δεν είναι και ένα από τα μεγάλα ζητούμενα του ποιητικού λόγου; Να ξεπεράσει με τις λέξεις την ανυπόφορη συχνά βαρύτητα των πραγμάτων - και να πετάξει;

Ο δάσκαλος Κοσμάς Παυλίδης τραγουδά:
Όλυμπος, όμορφο χωριό, παιχνίδι του μπονέντη,
του μερακλή νοστάλγημα και θάρρος του λεβέντη.

Το χωριό, όσο ριζωμένο κι αν είναι στην κορφή του βουνού, «ονειρεύεται» να πετάξει, παίζοντας με τα φτερά του μπονέντη στη φαντασία ενός λεβέντη / μερακλή, που πάντως το νοσταλγεί από μακριά. Ο νόστος, με το άλγος του, είναι το συνώνυμο της λαχτάρας για επιστροφή στα πάτρια. Η κίνηση του σώματος παίρνει κυκλική, οδυσσεϊκή ροπή: του μισεμού, πραγματικού ή φαντασιακού – και του γυρισμού.
Βέβαια, κάτι ανάλογο ισχύει κατά κανόνα, θα μου πείτε, λίγο-πολύ και για τον Καρπάθιο και τον Έλληνα ή μη. Καμιά αντίρρηση. Ας μη μονοπωλούμε ιδιοτελώς αυτό που φανταζόμαστε σαν αποκλειστική μας τάχα ιδιαιτερότητα.
Το ίδιο το χωριό λοιπόν, κοιταγμένο από μακριά, δίνει αυτή τη διπλή εικόνα: του φωλιασμένου σε απόκρημνο βράχο πουλιού, που ωστόσο είν’ έτοιμο να πετάξει…

Σαπ περιστέρα στοκ κρεμμό κά(θ)εσαι κοιτασμένη,
Όλυμπος υπερήφανη και μπονεντολουσμένη.

Στατικό και δυναμικό μαζί σχήμα, του γήινου και του αέρινου, που δίνει ίσως μια κάποια απάντηση στην απορία για το παράδοξο φαινόμενο της Ολύμπου: δηλ. του ριζώματος σε αρχέγονες πηγές ύπαρξης αφενός – και του πετάγματος σε σύγχρονα ψηλώματα, αφετέρου. Το λέω αυτό και με την ελπίδα να ξεφύγουμε επιτέλους από μια, αν μη τι άλλο, ρηχή αντίληψη που συντηρούν ακόμη κάποιοι, βλέποντας την Όλυμπο αφ’ υψηλού, ως γραφικό αξιοπερίεργο, πρόσφορο μόνο για καρτ ποστάλ και για φτηνά τουριστικά ενθύμια.
Κάτω λοιπόν από τις φανταχτερές επιφάσεις μιας βιτρίνας εμπορικής προς φωτογράφηση (κάτι που κάποιους από μας τους προσβάλλει και τους αλλοτριώνει βάναυσα), ανέπνεε και αναπνέει ακόμη η «άλλη», η «μέσα» Όλυμπος, που πρέπει να την ανακαλύψουμε σκάβοντας το πολυστρωματωμένο χώμα της ή ανεβαίνοντας προς τις πηγές της «Μέσα βρύσης» της.
Ακούστε την παρακάτω μαντινάδα του Κωσταντή Κανάκη, όταν δούλευε κάποτε ανθρακωρύχος, μακριά στα ξένα:

Σατ τημ Με(γ)άλη Κυριακή με τα πολλά κερία
έτσ’ είναι με τις λάμπες της μέσα η γαλαρία.

Η κατάμαυρη γαλαρία με τις λάμπες της μέσα σ’ αυτό τον πνιγηρά απαίσιο «τάφο», χωρίς ορατή έξοδο προς κάποιο φως, προκαλεί τέτοιαν αντίδραση στον εξαθλιωμένο μετανάστη Ολυμπίτη, ειρωνική μαζί και πονεμένη, που αυτό το θανατερό μέλαν της ζωής του το μεταλλάζει στην αναστάσιμη χαρά της Λαμπρής, όσο ζούσε, παιδί ακόμη, στο αγαπημένο του χωριό, με το «Δεύτε λάβετε φως». Είναι το μόνο ξέφωτο ζωής στο οποίο ελπίζει ότι θα φτάσει κάποτε: εκείνο που παρέχει η αίσθηση της ελευθερίας στον τόπο του. Μια ελπίδα Ανάστασης, μετά τον συμβολικό θάνατο που γεννά εδώ ή γεννούσε κάποτε η ξενιτιά αυτής της μορφής. Αντηχεί κι εδώ η ηχώ του Κώστα Κρυστάλλη.
Είπα «Ελευθερία» και θυμήθηκα τη μεγάλη στιγμή της Απελευθέρωσης των νησιών μας από τον μακραίωνο ζυγό της δουλείας. Από το πλήθος των εξαίρετων μαντινάδων που αναφέρονται και στη λαχτάρα αναμονής και στην άφατη χαρά που έφερε η έλευση εκείνης της μέρας, σημειώνω την ακόλουθη, του Γιώργη παπα-Κώστα Τσαμπανάκη, Οκτώβρη του ’44:

Τυραννισμένομ μας χωριό, βγάλε τημ μαύρη σκέπη
και (β)άλε πλιο τηγ γαλανή, να (δ)ούμε πώτσ σου πρέπει.

Έχει σημασία να πούμε πως η «σκέπη», στην ολυμπίτικη διάλεκτο, είναι ειδικά ένα πάνινο κάλυμμα, που τοποθετείται πάνω από τις ιερές εικόνες. Σημαίνει επίσης και κάλυμμα της νύφης, κατά τη γαμήλια τελετή.
Στη φαντασία λοιπόν του τραγουδιστή, το χωριό υφίσταται μια κάποια ιεροποίηση της εικόνας του, σαν σε τέμπλο εκκλησίας και γίνεται περίπου αντικείμενο θρησκευτικής λατρείας της ομάδας. Προς τούτο συμβάλλει κατ’ αρχήν το βίωμα της ως τότε τυραννίας αλλά και της έτσι κι αλλιώς βασανισμένης, σκληρής ζωής του καιρού εκείνου.
Σημειώνω το βάρος της λέξης «πλιο» (επιτέλους), που πάει ν’ αποδώσει με μια συλλαβή τη δύναμη προσμονής της ιστορικής μέρας. Έτσι, η απόλυτη αντίθεση ουσίας ανάμεσα στη «μαύρη» και στη «γαλανή» σκέπη της εικόνας, ανάμεσα δηλ. στην προηγούμενη και στην από δω και πέρα όψη της, χρωματίζεται με μια επιλογή ύφους καθαρά αισθητικού χαρακτήρα: Η φράση «να ούμε πώτσ σου πρέπει» (πώς σου πάει), ανταποκρίνεται στην ανάγκη του Έλληνα και ορθόδοξου να δει τα πράγματα όχι μόνο ή όχι τόσο με τετράγωνες λογικές όσο και με την ανάγλυφη αίσθηση του ωραίου. Η γαλανόλευκη, πλάι σε μια εικόνα, πρέπει να ξυπνήσει και την αντίληψη της ομορφιάς, όχι μόνο της αλήθειας ή της ιερότητας. Προς αυτή την κατεύθυνση άλλωστε συνηγορεί και η δεύτερη όπως είπαμε σημασία της σκέπης, που είναι το κάλυμμα της νύφης: όπου πλέον η ιερή εικόνα μιας «Παναγιάς», παίρνει περαιτέρω τα χαρακτηριστικά της Ελλάδας/νύμφης σε μικρογραφία. Εδώ δηλαδή, της τυραννισμένης και αναστημένης πλέον Ολύμπου.

Σε πιο προσωπικό τώρα επίπεδο, μπορεί κανείς ν’ ανακαλύψει τολμηρές λυρικές συλλήψεις, άξιες ιδιαίτερης προσοχής. Ας πούμε, αυτήν του μακαρίτη Κοσμά Μηνατσή, όταν επρόκειτο να φύγει από το Γιαφάνι, ήδη βαριά άρρωστος, για το στερνό του ταξίδι…

Σκημοραντίντζουτ τα (β)ουνά κι εβγάλαμ μαύρηλ λάμψη
κι αν έχω μάναπ που πονεί, στομ μόλο θα με κλάψει.

Κατά τον Κωνσταντίνο Μηνά, το απρόσωπο «σκημοραντίντζει», που εδώ γίνεται προσωπικό ρήμα, λέγεται «όταν βραδιάζει και οι σκιές του βουνού πέφτουν άτακτα στις πλαγιές και στον κάμπο».
Εδώ ο ποιητής, απ’ αυτό το ρήμα, συγκρατεί και τη γήινη σκοτεινάγρα του βουνού, που παραπέμπει στους βαραθρώδεις κόλπους της μάνας γης, και τη μελαγχολία του σούρουπου, αυτήν που προοιωνίζεται το τέλος της μέρας-μοίρας-ζωής, και τέλος τις σταγόνες βροχής που δίνουν τον λυγμικό τόνο-ράντισμα σ’ ένα επερχόμενο και συνειδητοποιούμενο σκοτάδι ζωής. Έπειτα, το θαλασσινό ταξίδι, από τα πανάρχαια και μυθικά χρόνια, έχει συνδεθεί και με το αιώνιο ταξίδι προς το άγνωστο, την εφιαλτική προαίσθηση του κάτω κόσμου. Ο ποιητής, σ’ αυτή τη μοναχική του πλέον πορεία προς το μοιραίο τέλος, συρρικνώνει το τοπίο των αισθήσεων, κρατώντας όσα μονάχα προαναγγέλλουν αυτό το τέλος. Τα σκοτεινά βουνά του λυκόφωτος που στάζουν δάκρυα – «Δυτικά της λύπης» θα έλεγε ο Ελύτης-, το ταξίδι στο πέλαγο της λήθης και το μοιρολόι της μάνας, του μόνου προσώπου που το κλάμα του μπορεί να δώσει τον ύψιστο βαθμό αντήχησης του πάνω κόσμου απ’ αυτό το τέλος.
Η «μαύρη λάμψη» τώρα, μας εισάγει στη δραματική αμφισημία των στιγμών μεταξύ ζωής και θανάτου. Θυμίζει τον «μαύρο ήλιο της μελαγχολίας» του Nerval ή τον «Ήλιο του θανάτου» από τον Πρεβελάκη. Όχι βέβαια πως θα είχε διαβάσει αυτούς τους συγγραφείς ο ταπεινός Μηνατσής, στον «απλό κι αληθινό ετούτο στίχο», για να θυμηθούμε τον Σικελιανό. Αλλά να. Καλό είναι να το λέμε και να το θυμίζουμε πότε-πότε: ότι η απλή, συχνά ρακένδυτη στην όψη και γι’ αυτό παραριγμένη (για τους «απ’ έξω») προφορική ποίηση, έχει να μας προτείνει πολλά, πάρα πολλά όμορφα και βαθύρριζα αγριολούλουδα, κάθε χρώματος, από το πιο ανοιχτό ως το πιο σκούρο, που δύσκολα τα εντοπίζουμε και τα εκτιμούμε ανάμεσα στα τυχαία και άτακτα καθημερινά των ανθρώπων του χωριού.

Σας διαβάζω τώρα επιτροχάδην μερικές άλλες σκόρπιες μαντινάδες με ιδιαίτερο, όχι κατ’ ανάγκη αισθητικό ενδιαφέρον, που καλύπτουν εν μέρει την ευρεία γκάμα των όσων θεμάτων εγείρει η μελέτη του κόσμου της Ολύμπου, με κύριο εδώ κριτήριο επιλογής την ανταπόκριση σε κοινωνικά/χαρακτηρολογικά δεδομένα του τόπου…

- Κωστής Λιορεϊσης, απευθυνόμενος προς τον Αη-Γιάννη το βρουκουντίτη:
Δεθ θέλω ‘γιω τηχ χάρησ σου άδικα να ξοδεύγεις.
Σα σου ζητούβ βοήθεια, να μητ τη τσιγκουνεύγεις.

- Νίκος Τσαμπανάκης, προς τη μέλλουσα γυναίκα του, σε ώρα βραδινής πατινάδας:
Ψηλοί ν’ οι αυλοτοίχοι σου, πλεχτά τ’ τα κάγκελλά σου
και δεν μπορώ να μυριστώ τα μυρτολούλλου(δ)ά σου.

- Άγνωστος προς κάποια κοπέλα:
Ο ίδρος του προσώπου σου φτάννει σου να ζυμώσεις,
κι η ρο(δ)οκοκκινά(δ)α σου τοφ φούρνο να πυρώσεις.

[Εδώ, αν δεν πρόκειται για γελοιογραφική παρωδία ερωτικού λόγου, η φαντασία του κανταδόρου φτιάχνει τα μεταφορικά της σχήματα από την πιο χειροπιαστή και ζέουσα πραγματικότητα του χωριού. Τη δύναμη του στίχου διακρίνει μια σφριγηλότητα σχεδόν νατουραλιστικής υφής, κάτι βέβαια αταίριαστο προς τον τόνο μιας ορθόδοξης ερωτικής ποίησης, όπου έχουμε συνήθως τη χρήση λεπταίσθητων λυρικών εικόνων και μεταφορών. Σας διαβάζω δυο σχετικά παραδείγματα…]

Εις της Αθθιάς τοπ ποταμό και να’ μου πηαούλλι
να πίννεις και να πλύννεσαι, άσπρομ μου μυρτοπούλλι.
- Άγγελος εζωγράφισε το καμαρόφρυότ σου
κι ήσταξετ το κοντύλιτ του ελιά στο μάουλότ σου.

- Αλλαγή τώρα κλίματος:
Τ’ αξινορύμιμ μού’ χασα εις το Καλόν Επλάι
κι εϋρευγά το κι ήλεα πού γιάητ το ρημάι.

- Ο παπα-Γιάννης Χαλκιάς, προς την οιονεί υιοθετημένη κόρη του:
-
Μημ μου χολιάς, κορούλα μου που κάννεις όλοκ κόρες
και με τη συνταξούλαμ μου θα τις παντρέψω όλες.

[Η παραπάνω μαντινάδα δεν είναι βέβαια ό,τι χαρακτηριστικότερο από το στόμα ενός κορυφαίου λογίου της Ολύμπου. Αλλά τη διάλεξα, εκτός των άλλων, και για να φανεί έμμεσα πόσο η γκάμα των δυνατοτήτων ενός ξεχωριστού προσώπου και τραγουδιστή μπορεί να καλύψει εκτεταμένες θεματικές περιοχές, από τις πιο υψηλές ποιοτικά και ποιητικά ως τις πιο πεζές και εμπράγματες].

- Τραγουδά τώρα ένας άγνωστος:
Το μερακλήκι δεγ γερνά, στον Άδη δεν εμπαίννει,
κι αδ δετ το πάρει το παιί, στο ‘γγόνιν απομένει.


- Ο Βασίλης Σπανός, προς κάποιο φίλο του:
Εσένανε σου πρέπουσι σαμάρι και καπίστρια,
απού’ φυες κι εγιάηκες σ’ άλλην αποϋρίστρα.(παρέα, συντροφιά)

- Κοσμάς Παυλίδης:
Εγιώ με το λυράκιμ μου και με τις μαντινάες
τους βάζω κάτω τους γιατρούς και τους καθηγητάες.

Κλπ. κλπ. Δεν ξέρει κανείς τι να πρωτοδιαλέξει, τι να πάρει και τι ν’ αφήσει, όχι μόνο από το άφθονο υλικό που έχει γραμμένο μπροστά του ή μέσα του στης συλλογικής μνήμης τα κιτάπια, αλλά και από το πλήθος των μαντινάδων που γυροφέρνουν – όσες γυροφέρνουν- ακόμη στον αέρα της Καρπάθου. Άλλωστε οι μαντινάδες, ως αέρινα πλάσματα της προφορικής παράδοσης που είναι, δεν έχουν εν τέλει γεωγραφικά σύνορα σαφώς καθορισμένα, έστω και αν ξεκινούν από μια συγκεκριμένη κοιτίδα με ασυνήθιστα ισχυρό μαγνητικό πεδίο, όπως η Όλυμπος.
Θα μου ήταν λοιπόν αδιανόητο να σκεφτώ ότι, με όσα είπα ως τώρα, τοποθετώ το χωριό τούτο και τα τραγούδια του έξω και πάνω από το κοινό μας αβύθιστο καράβι, την Κάρπαθο. Μ’ άλλα λόγια, θα μου ήταν αστείο να δεχτώ ότι, παρ’ όλες τις διαφορές του, το χωριό αυτό είναι ένας τελείως άλλος, χτεσινός κόσμος, σε σχέση με τον υποτίθεται «σύγχρονο» δικό μας. Τα ζητήματα πολιτισμού δεν αντέχουν βεβαίως σε μονοκόμματες και «μαυρόασπρες» προσεγγίσεις.
Για να το εντάξω αυτό έμπρακτα σε γενικότερο πλαίσιο και μ’ ένα ευρύ παράδειγμα, θυμίζω απλώς ότι η προχωρημένη νεοελληνική ποίηση και μουσική, πάτησαν και πατούν σταθερά στη δημοτική μας παράδοση όπως πάνω σε πίστα απογείωσης, για πάρα πολλά εξαιρετικά τους επιτεύγματα: Ελύτης, Ρίτσος, Γκάτσος κ.ά., στην ποίηση - Χατζιδάκις Θεοδωράκης, Μαρκόπουλος, Μαμαγκάκης κ.ά., στη μουσική.
Ας επανέλθουμε όμως στο κυρίως θέμα, με όρους απλής λογικής. Παρά τις όποιες ιδιαιτερότητες των παραπάνω μαντινάδων, υπάρχει σ’ αυτές και ένας κοινός παρονομαστής αναγνω(ρι)σιμότητας και από τους μη Ολυμπίτες Καρπάθιους ή και μη Καρπάθιους. Θέλω να πω ότι διαβάζουμε μέσα τους κάτι, ας είναι και λίγο, από τον παλιό αμνημόνευτο Καρπάθιο ή Έλληνα εαυτό μας. Με άλλα λόγια, έχουμ’ εδώ ένα υπόστρωμα κοινών λίγο-πολύ βιωμάτων και παραστάσεων, που μας κάνει να τις αποδεχόμαστε ως κάτι περασμένο μεν από άποψη συρμού και γεωγραφικά απόμερο, που όμως απέχει ελάχιστα από τα οικογενειακά κειμήλια του «μεγάλου μας σπιτιού», με τον σοφά, τα πιάτα, τα κεντήματα, τις παλιές εικόνες και φωτογραφίες. Η μόνη, αλλά ουσιώδης βέβαια διαφορά, είναι ότι οι μαντινάδες εισπνέονται και εκπνέονται τραγουδιστά, μικραίνουν και μεγαλώνουν μέσα μας, ανάλογα με το εκτόπισμα της ψυχής μας – όπως μπορεί δυστυχώς και να μαραίνονται και να σβήνουν, εκτεθειμένες καθώς είναι, στους αμείλικτους αέρηδες της εποχής που ζούμε.

Τελειώνω, όχι το θέμα μου αλλά την ομιλία, μ’ ένα δίστιχο του Γιώργου Μιχαηλίδη:
Μέσα στηλ λύρα θέν’ να μπω, να (δ)ιπλωθώ, να κάτσω,
να πάρω πέννα και χαρτί, τα πάθη μου να γράψω.

Αυτή η κάπως σουρεαλιστική εικόνα, μου θυμίζει λίγο τον Διογένη μες στο πιθάρι του. Όπου όμως το εδώ «πιθάρι» είναι και μικρό όργανο / εργαλείο στα χέρια ενός οδοιπόρου της ζωής - και ευρύχωρη φαντασιακή κατοικία του σώματος και της ψυχής του. Μιλούμε για «σκεύος» μαγικό, που μικραίνει και μεγαλώνει κατά τη βούληση της εκάστοτε ποιητικής νοημοσύνης και μιας, ας πούμε, «μεταβλητής γεωμετρίας» των πραγμάτων. Ο ήχος του σα να χτίζει, με την ανθρώπινη λαλιά της κάθε μέρας, ένα διάφανο κουκούλι που αντιλαλεί μέσα κι έξω προς άλλα σώματα με παρόμοια μαγικά σκεύη, κάνοντας τη φωνή να επιστρέφει στον πομπό της ως τραγούδι μοναχικό και συγχρόνως διαδρασιακά ομαδικό. Τραγούδι χαράς και πόνου.
Παράλληλα, η μαντινάδα αυτή εκτίθεται πιστεύω και σε μια ενδιαφέρουσα ψυχαναλυτική και μυθοπλαστική ερμηνεία. Εννοώ ότι η λύρα εδώ μπορεί ν’ απηχεί συμβολικά τον χώρο μιας λιλιπούτειας επιστροφής στη μήτρα, στην πρωταρχή της ζωής, που είναι βιολογικά η μητρική γαστέρα και γεωγραφικά, το γενέθλιο χωριό ή νησί / νήσος. (Δεν είναι τυχαίο που η συντριπτική πλειοψηφία των νησιών ανά τον κόσμο περιλαμβάνει ονόματα θηλυκού γένους). Η νήσος γενικά στη φαντασία μας – και από μακριά ατενιζόμενη, φαντάζει σαν ένας τόπος ιδανικός και παραδείσιος. (Ο Παράδεισος στην Αγία Γραφή έχει, ως γνωστόν, τη μορφή νησιού, αφού περιβάλλεται από τέσσερα ποτάμια). Μιλούμε ουσιαστικά για ανάγκη πρωτοπλασμικής καθαρότητας, όπου το τραγούδι και η λυρική (κυριολεκτικά και μεταφορικά) ατμόσφαιρα που το παράγει ή που παράγεται απ’ αυτό, είναι μείζον χαρακτηριστικό μιας επιζητούμενης χαριστικής, χαρισάμενης ή χαρισματικής κατάστασης. Αυτής που εκδηλώνει κορυφωτικά η μυστηριώδης τέχνη των ήχων, η Μουσική, αρχέγονο και εμβληματικό όργανο της οποίας είναι ακριβώς -κι εδώ και αλλού- η λύρα.

Κυρίες και κύριοι,
Έρχομαι να πω, κλείνοντας, ότι η Όλυμπος, πάνω απ’ όλα τα επιμέρους της, υπάρχει, αναπνέει κι επιβιώνει, κατά κύριο, υπαρξιακό λόγο, ως μοναχικό και ομαδικό συγχρόνως τραγούδι / κατάφαση ζωής.

Ευχαριστώ.   

 IΩΑΝΝΗΣ ΝΙΚ. ΒΑΣΙΛΑΡΑΚΗΣ,  Καθηγητής Πανεπιστημίου Θράκης

(ομιλία από πολιτιστική εκδήλωση στό Όθος Καρπάθου, 10-8-2009)

(ο Γιάννης Βασιλαράκης είναι από πατέρα Ολυμπίτη, μητέρα Aρκασιώτισσα καί παντρεύτηκε Μενεδιάτισσα, αναμφισβήτητα, επειδή κατάγεται από τό Βορειότερο χωριό τής Καρπάθου & τά δύο Νοτιότερα, πού κρατάνε τίς παραδόσεις ακόμα καί σήμερα, καί λόγω τής επιστημονικής του κατάρτισης, ήταν ένας από τούς πιό κατάλληλους γιά αυτή τή μελέτη. Ο πατέρας του, δάσκαλος τού γένους, πού ήταν μιά ζωή καί ψάλτης στήν Αρκάσα μέ όλη τή βιβλιογραφία του σέ εκδόσεις μέ βυζαντινό πεντάγραμμο, έιχε καταγράψει πρίν φύγει απ' τή ζωή, πάνω από 120 Ολυμπίτικους σκοπούς !)